Προσεύχου και σκέψου ό,τι θέλεις---Προσεύχου και κάνε ό,τι θέλεις---Προσεύχου και μη φοβείσαι τίποτε---Προσεύχου πάντοτε.

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

Βάζοντας αρχή στην ευχή

     

  Η ευχή λέγεται παντού και πάντοτε. Μπορεί κάποιος να την πει στο κρεβάτι, περπατώντας, δουλεύοντας κάνοντας οτιδήποτε. «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε».
         Το ερώτημα έγκειται στο γιατί κάποιος επιθυμεί να λέει συνεχώς της ευχή; Αυτό συμβαίνει, διότι η προσευχή αποτελεί έναν διάλογο με τον Θεό. Ο προσευχόμενος ζητά να βρει διά της προσευχής τον Δημιουργό του. Ο γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης τονίζει: «Εάν λοιπόν ζητής να τον εύρης μόνον διά της ευχής, μη βγάλεις πνοήν χωρίς την ευχήν».[1]
         Ο προσευχόμενος όμως θα πρέπει να προσέξει η προσευχή του να είναι αφάνταστη (δίχως φαντασίες), διότι «το θείον είναι ανείδεον, αφάνταστον, αχρωμάτιστον, είναι υπερτέλειον. Δεν δέχεται συλλογισμούς…»[2]
         Ο γέροντας Εφραίμ ο Φιλοθεΐτης που σήμερα ζει στην Αμερική (στην Αριζόνα) σε ένα από τα είκοσι περίπου ορθόδοξα μοναστήρια που ίδρυσε,  συνιστούσε πριν ξεκινήσει κανείς να λέει την ευχή να κάνει μερικούς συλλογισμούς, για το πόσο γλυκύς και αγαθός είναι ο Θεός ο οποίος σταυρώθηκε για μας που είμαστε γεμάτοι πονηριά και μικροψυχία. Τέτοιου είδους συλλογισμοί φέρνουν κατάνυξη και βοηθούν στο να καρποφορήσει η προσευχή που πρόκειται να ακολουθήσει.
         «Λοιπόν αν ημπορέσεις να λέγεις την ευχήν εκφώνως και αδιαλείπτως, σε δύο-τρεις μήνες την συνηθίζεις. Και επισκιάζει η χάρις και σε δροσίζει. Μόνον να την λέγεις εκφώνως, χωρίς διακοπήν. Και όταν την παραλάβει ο νους, τότε θα ξεκουρασθείς με την γλώσσαν να την λέγεις. Και πάλιν, όταν την αφήνει ο νους, αρχίζει η γλώσσα. Όλη η βία χρειάζεται εις την γλώσσαν, έως ότου να συνηθίσεις εις την αρχήν. Κατόπιν, όλα της ζωής σου τα έτη, θα τα λέγει ο νους χωρίς κόπον».[3]
         Αντιλαμβανόμαστε, ότι ασφαλώς ο τόπος και οι μέριμνες που έχουμε στο συγκεκριμένο τόπο παίζουν σπουδαίο ρόλο στην άσκηση της ευχής. Θορυβώδη μέρη περισπάνε συνήθως τον νου και τον «κλέβουν». Γι’ αυτό ένας αρχάριος θα πρέπει να απομονώνεται αρχικά σε ήσυχα μέρη για να ησυχάζει το μυαλό και να συγκεντρώνεται όσο περισσότερο μπορεί στην εργασία της προσευχής.
         Πριν προχωρήσουμε σε άλλα σπουδαία θέματα που αφορούν την νοερά προσευχή, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε, πως σε αυτόν τον αγώνα χρειάζεται απαραιτήτως η καθοδήγηση και η παρακολούθηση από έμπειρο και διακριτικό πνευματικό.
         Εκείνος που θα προσπαθήσει να φτάσει στο τέρμα της προσευχής από μόνος του, δίχως πνευματικό οδηγό,  μοιάζει με κάποιον που προσπαθεί να πιάσει την σκιά του.



 
 

 
 


 




















[1] Έκφρασις μοναχική εμπειρίας, σελ. 37
[2] Ο.π
[3] Ο.π σελ. 37-38

Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2014

2. Πως μπορεί να καρποφορήσει η προσευχή

 

    Η ευχή για να καρποφορήσει πρέπει να λέγεται συνεχώς. Αυτό είναι πολύ σημαντικό διότι αλλιώς δεν μπορεί να τη συνηθίσει και να την χορτάσει ο νους. Ο νους είναι ο τροφοδότης της καρδιάς, η δουλειά του είναι να κατεβάζει στην καρδιά που είναι το κέντρο της πνευματικής και σωματικής δυνάμεως οτιδήποτε καλό ή πονηρό. Άρα το ζητούμενο είναι ο νους να αδειάσει όσο το δυνατόν περισσότερο από εφάμαρτες σκέψεις και να γεμίσει με το ευλογημένο και σωτήριο Όνομα του Χριστού.
    «Όταν ο ευχόμενος κρατάει τον νου του να μην φαντάζεται τίποτα, αλλά να προσέχει μόνον στα λόγια της ευχής, τότε αναπνέοντας ελαφρά με κάποια βία και θέληση δική του, τον κατεβάζει στην καρδιά και τον κρατεί μέσα δίκην κλεισούρας και λέγει με ρυθμό την ευχή: -Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με!»[1]
    Ναι, υπάρχουν κάποιες τεχνικές για να κατορθώσει ο προσευχόμενος να κατακτήσει γρηγορότερα την τέχνη των τεχνών και την επιστήμη των επιστημών, δηλαδή την προσευχή, που είναι η μητέρα όλων των αρετών. Ο Γέρων Ιωσήφ μας διδάσκει:
    «Εις την αρχήν λέγει μερικές φορές την ευχήν και παίρνει μίαν αναπνοήν. Κατόπιν, όταν συνηθίσει να στέκει ο νους εις την καρδίαν, λέγει εις κάθε αναπνοήν μίαν ευχήν. «Κύριε Ιησού Χριστέ»: εμβαίνει η αναπνοή, «ελέησόν με»: εβγαίνει. Αυτό γίνεται μέχρις ότου επισκιάσει και αρχίσει να ενεργεί η χάρις μέσα εις την ψυχήν. Μετά πλέον είναι θεωρία.
    Η αναπνοή που είναι ενέργεια ζωτικής σημασίας για το ανθρώπινο σώμα, τώρα συνδυάζεται με την προσευχή, που και αυτή είναι επίσης ζωτικής σημασίας για την ανθρώπινη ψυχή. Καθίσταται συνεπώς η προσευχή μία ψυχοσωματική ενέργεια ακαταπαύστου χρόνου. Και λέμε ακαταπαύστου χρόνου διότι αυτή μπορεί να λέγεται παντού και πάντα. Όρθιος και καθήμενος και στο κρεβάτι και στην εργασία, «αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε» όπως λέει και ο απόστολος Παύλος.
    Χρειάζεται όμως αγώνας επίμονος και αιματηρός. Όλα τα παραπάνω λέγονται «πράξις». «Το παν όμως έγκειται στον Θεό. Εάν σου δώσει. Ο Θεός είναι η αρχή και το τέλος. Η Χάρις Του ενεργεί όλα. Αυτή είναι η κινητήριος δύναμις»[2]. Ο προσευχόμενος δεικνύει την προαίρεσή του στον Θεό και Εκείνος βάζει όλα τα υπόλοιπα.
    Πια είναι τα υπόλοιπα που βάζει ο Θεός; Ο στολισμός της καρδιάς με ευγενή αισθήματα αγάπης, για τον συνάνθρωπο, την χήρα, τα ορφανά, τους γέροντες. Ο Θεός που είναι αγάπη, δεν έχει αγάπη, είναι αυτός ο ίδιος αγάπη, δίνει στον άνθρωπο αγάπη και ο άνθρωπος ως δέκτης αυτής της αγάπης την ανταποδίδει διότι δέχεται και αντανακλά την αγάπη του Θεού. «Τα σα εκ των σων» αποδίδομεν.
    «Εάν λοιπόν ζητής να τον εύρης μόνον διά της ευχής, μη βγάλεις πνοήν χωρίς την ευχήν. Πρόσεχε μόνον να μη δέχεσαι φαντασίες. Διότι το θείον είναι ανείδεον, αφάνταστον, αχρωμάτιστον, είναι υπερτέλειον. Δεν δέχεται συλλογισμούς. Ενεργεί ως αύρα λεπτή εν ταις διανοίαις ημών»[3].


[1] Ο.π. σελ.36 (Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας)
[2] Ο.π σελ. 37
[3] Ο.π

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

1.ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΝΟΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

  
  [1] «Η νοερά προσευχή είναι να βιάσεις τον εαυτό σου να λέγεις συνεχώς την ευχή με το στόμα αδιαλείπτως. Εις την αρχή γρήγορα, να μην προφθάνει ο νους να σχηματίζει λογισμό μετεωρισμού. Να προσέχεις μόνον στα λόγια: -Κύριε Ιησού  Χριστέ, ελέησόν με-. Όταν αυτό πολυχρονίσει, το συνηθίζει ο νους και το λέγει. Και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχεις μέλι στο στόμα σου. Και θέλεις όλο να το λέγεις. Αν το αφήνεις, στενοχωρείσαι πολύ».
        Με αυτά τα λόγια ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης απαντά σε γράμμα ενός νεαρού ερωτήσαντος περί της ευχής. Κατ’ αρχήν ο άγιος αυτός ασκητής που μέχρι εκείνη την ώρα ενασκούνταν είδη τριάντα έξι ολόκληρα χρόνια στην νοερά αυτή άθληση, ταυτίζει την νοερά προσευχή με την βία: «Νοερά προσευχή είναι να βιάσεις τον εαυτό σου να λέγεις συνεχώς την ευχή με το στόμα αδιαλείπτως». Είναι πράγματι σκληρός, επίπονος και αιματηρός ο αγώνας της αδιάλειπτης προσευχής όταν βρίσκεται κάποιος στο ξεκίνημα, όταν είναι αρχάριος πνευματικά. Η μεγαλύτερη μάχη δίδεται με τη λήθη. Δηλαδή με το να μην ξεχνά κάποιος να λέει την ευχή. Ο μετεωρισμός του νου είναι στην αρχή έντονος, διότι ο νους έχει μάθει να αλητεύει, να τριγυρνά εδώ κι εκεί δίχως κανέναν απολύτως φραγμό. Τώρα που ο νέος αγωνιζόμενος αποφάσισε να φράξει τον νου του δια της αδιαλείπτου προσευχής, τώρα ξαφνικά αντιλαμβάνεται το πόσο δύσκολο είναι να μαζέψει τους λογισμούς του, να τους συνάξει στο κομποσχοίνι του και να αχρηστεύσει την ψυχοφθόρο δράση τους.
        Πρόσεχε λέει στον νέο μόνο στα λόγια «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Τώρα λοιπόν ο Γέρων Ιωσήφ μαζί με την ποσότητα βάζει και την ποιότητα της προσευχής η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την προσοχή στα λόγια της ευχής. Εάν ο άνθρωπος πολυχρονίσει σε αυτή την άσκηση, τότε ο νους το συνηθίζει και η ευχή λέγεται πολύ ευκολότερα και αβίαστα. Τότε η βία αντικαθίσταται με την ευχαρίστηση. Κάθε παύση της ευχής στενοχωρεί τον νου ο οποίος αχόρταγα διψασμένος επανέρχεται με ορμή και πάλι προς την συνήθη πλέον ενασχόλησή του. Πολλοί μάλιστα αγωνιστές της νοεράς προσευχής αισθάνονται ενίοτε στο στόμα τους μία γεύση ωσάν από μέλι. Τόσο γλυκό είναι το προφερόμενο όνομα του Ιησού Χριστού.


[1] Γέροντος Ιωσήφ,  Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, σελ. 35,36, έκδοσις Ιεράς Μονής Φιλοθέου, Άγιον Όρος.

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

Οι αληθινοί χριστιανοί δεν είναι δειλοί, ούτε άνανδροι αλλά ούτε και καρπαζοεισπράκτορες.


                 Οι αληθινοί χριστιανοί δεν είναι δειλοί, ούτε άνανδροι αλλά ούτε και καρπαζοεισπράκτορες. Έχουν πάντοτε καθαρές σχέσεις με τον πλησίον τους και αν έχουν κάτι να πουν εναντίον κάποιου το λένε κατά πρόσωπο και όχι σε τρίτους. Αυτό βέβαια ενδεχομένως να δημιουργεί εχθρούς, γιατί η γλώσσα της αλήθεια και της ειλικρίνειας δεν είναι αρεστή από τους πολλούς. Όμως μέσα από μία τέτοια διαδικασία ο άνθρωπος γαληνεύει γιατί μόνο τότε αναπαύεται η ψυχή, μόνο όταν δεν έχει κρυφή και υποχθόνια ζωή.
               "Κι αυτή είναι η κρίση, ότι το φως ήρθε στον κόσμο, και οι άνθρωποι αγάπησαν το σκοτάδι περισσότερο παρά το φως· για τον λόγο ότι, τα έργα τους ήσαν πονηρά". (Ιω, 3,19). Να λοιπόν η αιτία της ανειλικρίνειας και του ψεύδους που επικρατούν στις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους.
                Ο Μέγας  Αντώνιος λέει:
30. Οι καλοί άνθρωποι που αγαπούν το Θεό, ελέγχουν τους ανθρώπους για τις κακές πράξεις τους κατά πρόσωπο όταν είναι παρόντες. Όταν όμως δεν είναι παρόντες δεν τους κατηγορούν, αλλά ούτε και στους άλλους επιτρέπουν να τους κατηγορήσουν.

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

O άνθρωπος που γνωρίζει τον Θεό είναι αγαθός.


                Είναι πασιφανές πως ο τρόπος που προσεγγίζει κανείς τα πράγματα είναι και εκείνο που τον χαρακτηρίζει.  Έχουμε ακούσει κατά καιρούς πολιτικούς άρχοντες του τόπου να δηλώνουν με περισσή περηφάνια πως είναι έτοιμοι να πουλήσουν την ψυχή τους στον διάβολο για να σώσουν την πατρίδα!!!
                Δεν επαρκεί φαίνεται γι’ αυτούς ο Απέραντος και Πανάγαθος Θεός και καταφεύγουν στη «δύναμη» του διαβόλου. Και τούτο το παράλογο το λένε γιατί ποτέ δεν γνώρισαν τον Θεό. Στην προσωπική τους ζωή είναι εξίσου πανούργοι με τον δημόσιο βίο τους και δεν γνωρίζουν τι θα πει να είσαι αγαθός γιατί οι ίδιοι είναι μολυσμένοι από την κακία τους.  
              Ο Μέγας Αντώνιος λέει: «29.Εκείνος που δεν ξέρει να ξεχωρίζει ποιο είναι το καλό και ποιο είναι το κακό, δεν επιτρέπεται μα κρίνει τους καλούς και τους κακούς. Γιατί ο άνθρωπος που γνωρίζει τον Θεό είναι αγαθός. Αν όμως δεν είναι αγαθός, ούτε γνωρίζει το Θεό, ούτε θα τον γνωρίσει ποτέ·, γιατί ο τρόπος για να γνωρίσει κανείς το Θεό, είναι το αγαθό». 

Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

«ο γνούς καί μή ποιήσας δαρήσεται πολλάς, ο δε μή γνούς μηδέ ποιήσας δαρήσεται ολίγας» (Λουκ. ιβ΄47).



Σήμερα έχουμε κηρύγματα, ομάδες κατηχητών, πλούσια σε θέματα χριστιανικά συγγράμματα και βιβλία, αμέτρητες ιστοσελίδες που αρθρογραφούν θεολόγοι, κληρικοί παντός βαθμού και καταρτισμένοι εγγράμματοι λαϊκοί κ.α. 
Τα λόγια όμως και οι ξερές δίχως βίωμα γνώσεις δεν αρκούν. Ίσως να είναι και καταστρεπτικές για εκείνος που μόνο ξέρει, αλλά δεν πράττει: «ο γνούς καί μή ποιήσας δαρήσεται πολλάς, ο δε μή γνούς μηδέ ποιήσας δαρήσεται ολίγας» (Λουκ. ιβ΄47).
Ο Μέγας Αντώνιος είναι σαφέστατος επί του θέματος:
28. Όσοι ξεγελιούνται από τις ελπίδες τους σε βιοτικά πράγματα και περιορίζουν τη γνώση τους για την άσκηση του άριστου βίου μόνο στα λόγια, μοιάζουν με εκείνους που έχουν φάρμακα και ιατρικά όργανα αλλά δεν ξέρουν ούτε φροντίζουν να τα χρησιμοποιήσουν. Επομένως για τις αμαρτίες μας ας μην κατηγορούμε τον τρόπο που έγιναν, ούτε τους άλλους αλλά τους εαυτούς μας. Γιατί αν η ψυχή αδιαφορήσει με δική της θέληση, δεν μπορεί να μείνει ανίκητη.